Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008

Οι ζωές των άλλων

ψάχνοντας άρθρα για τους μετανάστες στην Ελλάδα σήμερα, έπεσα πάνω σε αυτό.

Αναδημοσίευση από εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" (12/04/08)
Σάββατο 12 Απρίλιος 2008


Της ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΑΝΤΥΠΑ
Μην με ρωτάς πώς διασκεδάζω, ρώτα με πώς ζω», μου λέει ο 25χρονος Νιγηριανός που πουλούσε πειρατικά cd στην πλατεία. Δεν πίνει για λόγους αρχής, κι έτσι δεν βγαίνει. Τα σαββατόβραδα όμως έρχονται φίλοι του στο σπίτι και παίζουν μουσική με μόλο, κόρα ή τάμα.

Αλλες φορές κάθονται μπροστά στο dvd με ένα πιάτο ρύζι και λίγο κότσι και βλέπουν τις τελευταίες επιτυχίες του Νόλιγουντ, της νιγηριανής κινηματογραφικής βιομηχανίας, τρίτης στον κόσμο μετά το Χόλιγουντ και το Μπόλιγουντ. Την Κυριακή του την αφιερώνει πάντα στην πρεσβυτεριανή εκκλησία, πίσω από το δημαρχείο της Κοτζιά.

Η πολιτιστική ζωή των μεταναστών δεν είναι η κουλτούρα της μιζέριας. Εχει πολύχρωμες μολδάβικες στολές και απαστράπτουσες πολωνικές ντισκομπάλες, κουρδικούς κυκλωτικούς χορούς και ρομαντικά ρώσικα σίριαλ, βουδιστικούς ναούς με βιβλία και φιλιππινέζικους μύθους. Ενας ολόκληρος παράλληλος κόσμος δεν επιβιώνει απλώς. Καταφέρνει και ζει στην καρδιά της πρωτεύουσας.

Ραπ από την Αλβανία

Η 11χρονη Μαρία από την Αλβανία δεν προλαβαίνει να αφήσει τη σχολική τσάντα της στο πάτωμα και τρέχει στο δωμάτιο της να προβάρει τα χορευτικά της Καλομοίρας. Το απόγευμα μετά τ' αγγλικά μπορεί να πάει κάποια βόλτα με τις φίλες της στην πλατεία του Παγκρατίου και το απόγευμα του Σαββάτου, σινεμά. Η Αννα, η μητέρα της, μια εντυπωσιακή 37χρονη ξανθιά, δουλεύει ως αποκλειστική νοσοκόμα. Οι ασθενείς που φροντίζει της χαρίζουν ελληνικά βιβλία που τα διαβάζει με πάθος και ψάχνει στο λεξικό τις άγνωστες λέξεις. Από την ίδια τσάντα όπου, χρόνια πριν, είχε κρύψει τη Μαρία, μωρό ακόμα, για να μην τους προδώσει το κλάμα της στα σύνορα, βγάζει και μου δείχνει με καμάρι τη μαντινάδα που της έγραψε ο Βασίλης Σκουλάς, ο λυράρης του Ξυλούρη και του Μαρκόπουλου:

«Θα κάνω την προσπάθεια / Ισως να το μπορέσω

Λόγια να βρω κατάλληλα / Αννα να σε παινέσω»

Ξέχασα να ρωτήσω τη Μαρία αν ακούει τον Αρμπάν Περλάλα. Το όνομα του 24χρονου ράπερ είναι γνωστό μέχρι τη Σουηδία όπου ζει και σπουδάζει τα τελευταία χρόνια. Το καλό πρόσωπο της Ελλάδας το γνώρισε όταν 12 χρόνια πριν οι γιατροί του ΑΧΕΠΑ τον γιάτρεψαν από ένα σοβαρό πρόβλημα με το μάτι του. Το κακό, όταν καταδικάστηκε άδικα για μια επίθεση με μολότοφ κατά τη διάρκεια μαθητικής διαδήλωσης. «Μέχρι τότε», γράφει, «είχα γνωρίσει την Ελλάδα που σου βάζει το μάτι. Ξαφνικά γνώρισα την Ελλάδα που σου βγάζει το μάτι...». Η περιπέτειά του κράτησε εννιά χρόνια μέχρι που δικαιώθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Ο Αρμπάν γνώρισε τους τύπους με τα φαρδιά παντελόνια στο σχολείο και βρήκε έτσι έναν τρόπο να εκτονώσει την ορμή της εφηβείας και τα αντιφατικά συναισθήματα της μετανάστευσης. «Οι συμμαθητές μου μου έφερναν κασέτες με μουσική κι έτσι άρχισα να ασχολούμαι», εξηγεί. «Για να δημιουργήσω ένα μπιτ, κόλλαγα το ένα μεγάφωνο με το άλλο - πού λεφτά για μηχανήματα...»

Οι γονείς του τον κράτησαν για ένα διάστημα μακριά από τη δουλειά και έτσι είχε χρόνο να ασχοληθεί με τη μουσική. «Οι ίδιοι ούτε τα βιβλία της βιβλιοθήκης τους δεν προλάβαιναν να διαβάσουν. Πρέπει να έχεις πολλή θέληση και να αντισταθείς στο άγχος της ανασφάλειας για να πεις ότι θα μορφωθώ ή θα διασκεδάσω». Τώρα πια δεν ακούει ελληνική ραπ. «Εχω απογοητευτεί πολύ. Νομίζουν ότι ραπ είναι ακριβά αμάξια και λεφτά. Καλύτερα να ακούσω Βανδή, από ένα παιδάκι που διαμαρτύρεται και δεν ξέρει ούτε αυτό γιατί διαμαρτύρεται».

Η πρώτη γενιά μεταναστών έχει την ταυτότητα του πολιτισμού που αφήνει πίσω κι έτσι οι κοινωνικές τους σχέσεις εδώ οργανώνονται συνήθως γύρω από τις παραδόσεις και τα έθιμα. Οπως λέει η κ. Σόνια Μητραλιά από το Ελληνικό Φόρουμ μεταναστών, «τα παιδιά της δεύτερης γενιάς μεγαλώνουν σ' αυτήν την κοινωνία και ουσιαστικά είναι Ελληνες, όμως το κράτος δεν τους δίνει το δικαίωμα να νιώθουν, από πολιτισμικής άποψης, μέρος αυτής της χώρας και είναι μετέωροι. Αυτό τους αναγκάζει να αναζητούν έναν τρόπο να υπάρχουν. Μέσα από την τέχνη, τον πολιτισμό, τον αθλητισμό και τα γράμματα, καταφέρνουν να σταθούν αυτόνομα και αναζητώντας τον εαυτό τους να αποκτήσουν μια τρίτη ταυτότητα.»

Τα cd του Ούλι Μπάκους, της Πόνι, της Μαριόλα και του Πέτρι Λούλο, φίρμες στην παραδοσιακή μουσική, καθώς και αυτά του αστέρα της ποπ, Σπαρτ Κασάπι, πουλιούνται σαν ζεστά ψωμάκια στα μικροσκοπικά μαγαζιά στο Μοναστηράκι, στο παζάρι του Πειραιά, αλλά και στη στοά της Πατησίων στο ύψος της Ομόνοιας, εκεί δηλαδή που οι περισσότεροι Αλβανοί βρίσκουν τη μουσική της πατρίδας τους. Σε πολλά αλβανικά σπίτια οι τελευταίες επιτυχίες των Τιράνων τους έρχονται στο... πιάτο με τα δορυφορικά μουσικά κανάλια, ενώ πολλά cd φτάνουν στα χέρια τους μέσα από τις προσφορές του αλβανικού τύπου στο περίπτερο της Ομόνοιας, και αυτές των επτά αλβανικών εφημερίδων που εκδίδονται στην Ελλάδα.

Πολλοί Αλβανοί δραστηριοποιούνται στη διοργάνωση συναυλιών και πολλά στάδια όπως αυτό της Νέας Ιωνίας γεμίζει ασφυκτικά από μετανάστες που έρχονται να ακούσουν τους αγαπημένους τους καλλιτέχνες. Κάποιοι άλλοι, λιγότερο γνωστοί μουσικοί, παίρνουν θέση κατά το απόγευμα της Κυριακής στις ταβέρνες του Χαλανδρίου και των Πατησίων και όταν τα πιρούνια σταματήσουν, αρχίζει το γλέντι που κρατά ώς το βράδυ.

Ακόμα λιγότεροι είναι οι αλβανοί μετανάστες που μία φορά το χρόνο, συνήθως τα Χριστούγεννα, θα διασκεδάσουν με την παρέα τους, πρώτο τραπέζι πίστα σε μία από τις μεγάλες αθηναϊκές σκηνές.

Οι Αλβανοί δεν γκετοποιούνται σε γειτονιές, είναι εξωστρεφείς και έρχονται γρήγορα σε επαφή με τους Ελληνες. «Παρακολουθούν πολύ την ελληνική καλλιτεχνική επικαιρότητα και ξέρουν ό,τι καινούριο βγαίνει» λέει η Σονίλα Λάτση, αρχισυντάκτρια της «Γκαζέτα ε Αθήνες», της αλβανόφωνης εφημερίδας στην Αθήνα.

Η ίδια διασκεδάζει όπως οι Ελληνες, αλλά δεν χάνει ποτέ θεατρική παράσταση, συναυλία ή έκθεση που συμμετέχουν Αλβανοί. Πολλοί πηγαίνουν σινεμά και άλλοι βλέπουν στο dvd τις ταινίες της εποχής Χότζα που μοιράζουν δωρεάν οι εφημερίδες τους. Πάντως στις «Ημέρες Αλβανόφωνου Κινηματογράφου» το «Τριανόν» γέμισε ασφυκτικά.

Το αλβανικό βιβλιοπωλείο του Αρτάν Κρίστο στην Πατησίων μαζί με ένα ακόμα στην πλατεία Αττικής είναι τα δύο μοναδικά αλβανικά βιβλιοπωλεία στην Αθήνα. Μεταφρασμένος Καζαντζάκης, Κλίντον και Ολμπράιτ, ένα ράφι πιο μακριά από την ιστορία του αλβανικού λαού στα Βαλκάνια, λεξικά, μεθόδους εκμάθησης αλβανικών και χρωματιστά παιδικά βιβλία. Σε περίοπτη θέση όλα τα βιβλία του Ισμαήλ Κανταρέ καθώς και το «Ελλάδα, η λύση σε ένα αίνιγμα». «Και ποιο πουλάει πιο πολύ;», ρωτάω. «Το βιβλίο του Αριστείδη Π. Κόλλια "Αρβανίτες και η καταγωγή των Ελλήνων"» μου απαντάει η Αννα Μάρα. Ανάμεσα στα σουβενίρ και τον ημερήσιο τύπο και τα dvd. Αλβανικές κωμωδίες, περιπέτειες, αισθηματικά αλλά και ο «Ομηρος» του Κων. Γιάνναρη με αλβανικούς υπότιτλους.

Θέατρο και βιβλία αλά πολωνικά

Δεν είναι λίγοι οι μετανάστες που διασκεδάζουν σε επιθεωρήσεις χωρίς μεγάλες δυνατότητες και απαιτήσεις με πρόσωπα και αστεία οικεία από το σαββατιάτικο ξεφάντωμα του τηλεοπτικού προγράμματος. Κάποιοι άλλοι όμως, όπως οι Πολωνοί, μαζί με τα χρήματα που μαζεύουν για τα εισιτήρια του ταξιδιού στην πατρίδα τους τα Χριστούγεννα, κρατούν και λίγα λεφτά για τα κονσέρτα, την όπερα ή τις συναυλίες που θέλουν να παρακολουθήσουν εκεί. Οι αντίστοιχες εκδηλώσεις εδώ είναι απλησίαστες κι έτσι καλύπτουν τις πολιτιστικές τους ανάγκες πηγαίνοντας σε κάποια έκθεση συμπατριώτη τους, ή παρακολουθώντας με τα παιδιά τους, κυρίως τα Σάββατα, μια παιδική ελληνική θεατρική παράσταση. Θα περάσουν από τα δύο πολωνικά βιβλιοπωλεία στη Μιχαήλ Βόδα δίπλα στην πολωνική εκκλησία και το βράδυ, οι νέοι περισσότερο, θα διασκεδάσουν σε μια από τις πέντε πολωνικές ντισκοτέκ που βρίσκονται στα Πατήσια.

Το πολωνικό βιβλιοπωλείο δεν διαφέρει και πολύ από το αλβανικό. Κέντρο τύπου, βιντεοκλάμπ, Ιντερνετ καφέ και μίνι μάρκετ όλα σε έναν χώρο μοιρασμένα σε τρεις ορόφους. Δίπλα στο ταμείο ένας μεγάλος πίνακας ανακοινώσεων για ό,τι χάθηκε, ό,τι βρέθηκε, ό,τι αναζητείται ή προσφέρεται.

Στο βάθος, ράφια με την ιστορία του ποδοσφαίρου με τον Γκόρσκι στο εξώφυλλο, πολωνική εγκυκλοπαίδεια, ημερολόγια τοίχου, βιβλία για την ιστορία του ροκ και μέθοδοι εκμάθησης κιθάρας, τη Βίβλο, λεξικά και βιβλία για κομπιούτερ. Ο εδώ και 15 χρόνια λίβυος συνεταίρος της πολωνής ιδιοκτήτριας, μας συνόδευσε στο υπόγειο βιντεοκλάμπ όπου με ένα ευρώ οι πολωνοί νοικιάζουν από τον Ρόκι ώς τον συμπατριώτη τους Αντρέα Βάιντα.

Αρκετοί από τους Πολωνούς που ζουν εδώ είναι καλλιτέχνες, τραγουδούν ή παίζουν κάποιο όργανο, φτιάχνουν συγκροτήματα και χορωδίες, οργανώνουν εκδηλώσεις και εργάζονται σε ορχήστρες. Αυτοί ενσωματώνονται πιο εύκολα στην ελληνική κοινωνία, καθώς οι παρέες τους με Ελληνες και τα ακούσματα που γίνονται με την πάροδο του χρόνου κοινά τους φέρνουν πιο κοντά. Οι νεότεροι, πιο εξοικειωμένοι με το Ιντερνετ, «κατεβάζουν» σύγχρονη ποπ και ροκ πολωνική μουσική και οι μεγαλύτεροι ζητούν από τους δικούς τους στην Πολωνία να τους στείλουν παραδοσιακή και κλασική μουσική.

Αραβική βιβλιοθήκη «το τζαμί»

Με τον ίδιο περίπου τρόπο εξασφαλίζουν τη μουσική τους και οι περισσότερες κοινότητες των μεταναστών που ζουν στην Ελλάδα.

Οι Αραβες, φοιτητές στην πλειονότητά τους, έρχονται σε επαφή με τη σύγχρονη ελληνική μουσική μέσω των συμφοιτητών τους. Από αυτούς μαθαίνουν να ξεχωρίζουν το ρεμπέτικο από το λαϊκό και το σύγχρονο από το παραδοσιακό: «Οι πρώτοι Αραβες που ήρθαν στην Ελλάδα έβγαλαν εφημερίδες, προσπάθησαν να τυπώσουν βιβλία και άνοιξαν αραβικό βιβλιοπωλείο», λέει ο Σουδανός Αχμάντ Μοαβία από το Φόρουμ μεταναστών.

Ελάχιστα από αυτά ευδοκίμησαν και το βιβλιοπωλείο έκλεισε εδώ και 15 χρόνια. Σε πολλά τζαμιά της Αθήνας όμως, όπως το μουσουλμανικό τζαμί στο Μοσχάτο, αλλά και σε ινδουιστικούς ναούς όπως αυτόν στον Ταύρο λειτουργούν υποτυπώδεις δανειστικές βιβλιοθήκες με θρησκευτικού μόνο περιεχομένου βιβλία.

Μπόλιγουντ με ολίγη από ταντούρι

Μόλις περάσεις την Ομόνοια οι μυρωδιές από το ταντούρι και τα αραβικά μπαχαρικά σού σπάνε τη μύτη.

Αναζητώντας ένα πακιστανικό δισκάδικο ήμασταν σίγουροι ότι το εντοπίσαμε όταν είδαμε φωτογραφίες με ωραίους νέους, άντρες και γυναίκες κολλημένες στο τζάμι. Επρεπε να μπούμε μέσα στο μαγαζί για να καταλάβουμε ότι οι φωτογραφίες των πακιστανών ροκ σταρ χρησίμευαν ως μοντέλα για χτενίσματα και το μαγαζί δεν ήταν δισκάδικο αλλά κουρείο. Λίγο πιο μετά στο αιγυπτιακό μίνι μάρκετ ανάμεσα σε αραβικά γλυκά, οδοντόπαστες, τοματοχυμούς, κομπολόγια και κάδρα με στίχους από το κοράνι με τρία ευρώ, ένα καλάθι χωράει όλα τα σουξέ της Νάνσι και του Ατράμ, του Αμερτιάμπ και του Ταμερχόσνι. Ενα σωρό κασέτες με παραδοσιακή μουσική στοιβαγμένες στη βιτρίνα χωρίς πρόσβαση όμως μέσα από το μαγαζί. Ο πελάτης πρέπει να διαλέξει από έξω.

Τελικά το πακιστανικό δισκάδικο ήταν ινδικό βιντεοκλάμπ και τόσο βαθιά χωμένο υγρό και στο κατασκότεινο στενό της Σοφοκλέους, που χωρίς την επιμονή του ιρακινού χασάπη, δεν θα το βρίσκαμε ποτέ. Ενα καλειδοσκόπιο χρωμάτων από τα εξώφυλλα των ταινιών του Μπόλιγουντ φώτισε το στενό και οι δύο χαμογελαστοί υπάλληλοι που δούλευαν στο κιόσκι μάς σύστησαν την παραδοσιακή ινδική μουσική αλλά και τον Κέκε και τον Αρναρντ Σάμεντ, αστέρες της ποπ.

Παλαιστίνιοι με ελληνικές συνήθειες

Με το μυαλό και την καρδιά στραμμένα στην πατρίδα, οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι μοιράζονται ανάμεσα στις δραστηριότητες της κοινότητάς τους και στις ελληνικές.

Οι μετανάστες της πρώτης γενιάς, ήρθαν εδώ τη δεκαετία του '70 για να σπουδάσουν, παντρεύτηκαν Ελληνίδες και έχουν αποκτήσει ελληνικές παρέες και συνήθειες. Η Σουχάντ Νιεράτ, μέλος της επιτροπής της παλαιστινιακής παροικίας, τώρα που τα παιδιά της πάνε πια στο πανεπιστήμιο ασχολείται ακόμα πιο ενεργά. Διδάσκει αραβικά, οργανώνει φιλανθρωπικές εκδηλώσεις με παραδοσιακούς χορούς και ακούει ελληνική μουσική αλλά και παλαιστίνιους καλλιτέχνες όπως τον Σάλμα Χάμπτα.

Αφρικανοί και Ιρανοί στην ίδια σκηνή

Η μουσική των Λατινοαμερικανών, ιδιαίτερα αγαπητή στην Ελλάδα, επιτρέπει σε αρκετούς από αυτούς να ασχοληθούν επαγγελματικά με αυτήν παίζοντας σαπόρτ σε κάποιο συγκρότημα. Αρτιοι καλλιτέχνες που θα μπορούσαν να σταθούν επαγγελματικά σε οποιαδήποτε σκηνή είναι πολλοί Αφρικανοί, που όμως δεν καταφέρνουν να ζουν από τη μουσική τους.

Μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ανεβαίνουν κάθε χρόνο στη σκηνή των εκδηλώσεων «Οπου γη και μουσική», μεταφέροντας με τον πιο αυθεντικό ήχο τη σύγχρονη μουσική της πατρίδας τους ισορροπώντας με επιτυχία ανάμεσα στο φολκλόρ και την παράδοση. Ο Αφρικανός Μιχάλης Αφολαγιάν, το ιρανοαρμένικο συγκρότημα της Πάνθεια Νουργκοστάρ και γεωργιανά μουσικά συγκροτήματα είναι μερικά μόνο από αυτά.

Καβάφης και ουζμπέκικη κουζίνα

Η κουλτούρα παίζει πολύ σημαντικό ρόλο για τους λαούς της Ανατολικής Ευρώπης. Ρωσόφωνοι οι περισσότεροι αγοράζουν τα βιβλία τους από τα δύο μεγαλύτερα και πιο οργανωμένα βιβλιοπωλεία «Αρμπάτ» στην Καλλιθέα και την Αγίου Κωνσταντίνου, καθώς και από ένα μικρότερο στον Νέο Κόσμο.

Εκτός από τους ρώσους κλασικούς, μεταφρασμένος Καζαντζάκης και Καβάφης βρίσκεται δίπλα στον Β. Πελέβιν, τον Μπ. Ακούνιν και την Ντάρια Νταντσόβα, ενώ ιστορικά μυθιστορήματα, τεχνικά βιβλία και αρχαία ελληνική γραμματεία έχουν τη μεγαλύτερη ζήτηση (βλ. ρεπορτάζ του Β. Ρούβαλη, «7», 27/01/08).

Οι γυναίκες κάθε ηλικίας που αποτελούν το 90% των ρωσόφωνων μεταναστών στην Ελλάδα και δουλεύουν είτε εσωτερικές σε σπίτια είτε σε κάποιο μπαρ τα βράδια, στον ελεύθερο χρόνο τους θα περάσουν από τα μικρά μαγαζάκια της 3ης Σεπτεμβρίου και της Μενάνδρου που λειτουργούν ως δανειστικές βιβλιοθήκες, για να πάρουν με ένα ευρώ το βιβλίο ή το dvd της εβδομάδας.

Οπως μας λέει η Ινγκα Αμπγκάροβα, αρχισυντάκτρια της ρώσικης εφημερίδας «Ομόνοια», «μπορεί μέχρι πριν από λίγα χρόνια οι ταινίες του Χόλιγουντ με ρώσικους υπότιτλους να γίνονταν ανάρπαστες, τώρα όμως το σύγχρονο αλλά και παλιότερο ρώσικο σινεμά προτιμάται πιο πολύ όπως και τα ρομαντικά ή περιπετειώδη σίριαλ». Οι χορευτικές και μουσικές εκδηλώσεις των δεκάδων πολιτιστικών τους συλλόγων, ανάμεσα στους οποίους και ο «Μπεριόσκα» που μετράει ήδη 30 χρόνια ζωής καθώς και τα ρωσοαρμένικα, γεωργιανά, καυκάσια και ουζμπέκικα εστιατόρια, διάσπαρτα στην Αθήνα συγκεντρώνουν τους ρωσόφωνους μετανάστες. Οι νεότεροι θα διασκεδάσουν στις τέσσερις ρώσικες ντισκοτέκ στον Πειραιά και στον Κηφισό.

Μύθοι και φιλιππινέζικοι χοροί

Οι Φιλιππινέζοι είναι σήμερα μία από τις πιο καλά οργανωμένες κοινότητες της Αθήνας, που διατηρεί ακέραια την πολιτιστική της ταυτότητα όχι μόνο γιατί συντηρεί με σθένος όλα εκείνα τα στοιχεία που την αποτελούν αλλά και σε μεγάλο βαθμό γιατί μαζί με τους Κινέζους, είναι ίσως οι δύο πιο κλειστές κοινότητες μεταναστών.

Με ελάχιστους μεικτούς γάμους και με τη μικρότερη δυνατή αλληλεπίδραση με τους Ελληνες ή άλλες κοινότητες, λίγοι μιλούν ελληνικά και ακόμα λιγότερο φροντίζουν τη δημόσια εικόνα τους. Τους ενώνουν οι γιορτές, οι παραδόσεις που πηγάζουν από ένα παρελθόν γεμάτο μύθους και τα έθιμα. Πάρα πολύ οργανωμένοι στον δικό τους κλειστό χώρο έχουν έντονη πολιτιστική δραστηριότητα με πάμπολλα συγκροτήματα παραδοσιακής μουσικής.

Τον προηγούμενο μήνα στο γήπεδο του Σπόρτινγκ 1.131 μετανάστες από 17 χώρες ορκίστηκαν ως έλληνες πολίτες. Σαν μετά από ένα μεγάλο ταξίδι να έφτασαν επιτέλους στην «πατρίδα». Το βράδυ εκείνο θα το γλέντησαν κι ας μην ήταν Κυριακή. Με μπαλαλάικα, με ταμπούρ, με σιτάρ, δεν έχει σημασία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: